Το χρονικό της έναρξης του ιταλογερμανικού πολέμου

Το χρονικό της έναρξης του ιταλογερμανικού πολέμου
1
0
0
s2smodern
ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ...
powered by social2s

Σοφία μου δεν κλαίω που έχασα τα δυο μου μάτια, κλαίω που δεν έχω αλλά δυο να τα δώσω και αυτά για την πατρίδα, ήταν τα λόγια ενός γενναίου ανθυπολοχαγού προς την Σοφία Βέμπο, την τραγουδίστρια της νίκης όταν της ζήτησε να του τραγουδήσει «Παιδιά της Ελλάδος Παιδιά».

Η ιστορία ενός έθνους μένει ιστορία την οποία μνημονεύουμε για να παραδειγματιζόμαστε αλλά και να μην ξεχνάμε όλους αυτούς που θυσιάστηκαν για την δίκη μας ελευθερία.

Σήμερα γιορτάζουμε το ιστορικό ΟΧΙ

Ας θυμηθούμε το χρονικό εκείνης της στιγμής μιλώντας για την επίσημη έναρξη του πολέμου, με την επίδοση του τελεσιγράφου προς τον Μεταξά, που ήταν η αρχή για να μπει η Ελλάδα σε εμπόλεμη σύρραξη η οποία κόστισε την ζωή σε 14.700 στρατιώτες, μισό εκατομμύριο Έλληνες μέσα από τις κακουχίες, την πείνα, τα βασανιστήρια στις φυλακές και στα πεδία μάχης.

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 1940 11 το βράδυ...

Η αριστοκρατία της Αθήνας γιορτάζει σε μια δεξίωση παρόλο που ο Ιταλός πρέσβης είναι εκεί προκειμένου να αποπροσανατολίσει τις ελληνικές αρχές.

Μεσάνυχτα προφασίστηκε κόπωση και αποχώρησε για να βρεθεί μετά από λίγα λεπτά στην πρεσβεία και να παραλάβει το τελεσίγραφο του Μουσολίνι προς την ελληνική κυβέρνηση όπου δήλωσε πως επιθυμούσε να περάσει ο στρατός του και να καταλάβει στρατηγική θέση στα ελληνικά εδάφη.

Ο Γκράτσι, ο Ιταλός πρέσβης έπρεπε να παραδώσει στον Έλληνα πρωθυπουργό την απόφαση του Μουσολίνι. Δυο ώρες μετά ο Ιταλός Πρέσβης με τον στρατιωτικό του ακόλουθο Μποτίνι σπεύδουν στην Κηφισιά στο σπίτι του Ιωάννη Μεταξά. 

Ο δικτάτορας ανέφερε στο ημερολόγιο του: Νύχτα στις 3 με ξυπνούν, έρχεται ο Γκράτσι.

Οι εφημερίδες με έκτακτα παραρτήματα μετέδιδαν την είδηση. Η Ελλάδα ξύπνησε από τις σειρήνες του Λυκαβηττού και οι Έλληνες υποδέχτηκαν την είδηση του πολέμου με πρωτοφανή τρόπο στην παγκόσμια ιστορία.

Ο Αντιστράτηγος Πρόδρομος Κερτεμελίδης διηγείται:

Ανεβαίνω επάνω στην σχολή Ευελπίδων και τι να δω; Οι συμμαθητές μου στη τάξη ζητωκραύγαζαν λέγοντας μολών λαβέ.

Αυτό που δεν θα ξεχάσω ήταν οι λόγχες των στρατιωτών που άστραφταν με τα φώτα των πυροβολισμών.

Όταν κυκλοφόρησε το τελεσίγραφο μέσα σε λίγα λεπτά ο κόσμος βγήκε από τα σπίτια του και διαδήλωσε έξω από την ιταλική πρεσβεία. Το πλήθος πανηγύριζε.

Ένας άλλος ανθυπολοχαγός τότε, ο Γιάννης Κατσαδήμας εξιστορεί:

Κατεβήκαμε στο κέντρο έφιπποι και διασχίσαμε την Αθήνα, ο κόσμος μας χειροκροτούσε, ζητωκραύγαζε.

Εμφανίστηκαν τα ιταλικά αεροπλάνα, οι Έλληνες τους έριξαν μερικές βολές και δεν τόλμησαν να ξανά εμφανιστούν.

Πρώτου εκπνεύσει η διορία του τηλέγραφου οι ιταλικές δυνάμεις είχαν μπει ήδη στα ελληνοαλβανικά εδάφη και είχαν καταλάβει Φιλιάτρες και Κόνιτσα. 

Θα προχωρούσαν στο Μέτσοβο για να αποκόψουν την Ήπειρο από την Θεσσαλία. Στην σχολή Ευελπίδων οι δόκιμοι ετοιμάζονταν για το μέτωπο. Στις 7.30 το πρωί ήρθε ο στρατηγός, διοικητής της σχολής και είπε στους Ευέλπιδες: Είστε ανθυπολοχαγοί τώρα έτοιμοι για την μάχη.

Αν ψυχογραφήσουμε το συμβάν βάσει λογικής ο ενθουσιασμός ήταν παράλογος. Η Ελλάδα δεν ήταν έτοιμη για πόλεμο και η επιστράτευση έδειξε αμέσως τις ελλείψεις με άρματα μάχης, με τα μεταγωγικά, τα αεροπλάνα που ήταν παλιά και σχεδόν άχρηστα.

Τα δε αεροδρόμια ήταν ανεπαρκή και στον εξοπλισμό υπήρχαν ελλείψεις στα αναγκαία εφόδια. Σε ένα από τα μέτωπα ο Στρατηγός Χαράλαμπος Κατσιμήτρος κινητοποίησε τις δυνάμεις του με 35.000 Έλληνες απέναντι σε 135.000 Ιταλούς σύγχρονα εξοπλισμένους.

Αέρα παιδιά

Οι Ιταλοί σχεδίαζαν να καταλάβουν την Ήπειρο σε πέντε ημέρες για να εισβάλλουν από την Πίνδο στην Θεσσαλία. Οι τσολιάδες από την άμυνα περνούσαν στην επίθεση με δύναμη ανεμοστρόβιλου, ακόμη και με την παρουσία τραυματιών φώναζαν αέρα παιδιά.

Στις 22 Νοεμβρίου απελευθερώθηκε η Κορυτσά, στις 8 Δεκεμβρίου το Αργυροκάστρο. Οι Έλληνες πολεμήσανε στο εσωτερικό της Ιταλόφιλης Αλβανίας. Η ελληνική σημαία υψώθηκε στο Τεπελένι, στη Χιμάρα, στη Κλεισούρα, στη Μοσχόπολη και η ελληνική κοινή γνώμη πίστευε ότι τίποτα δεν μπορούσε να σταθεί εμπόδιο στα ελληνικά όπλα. 

Η Άννα Καλουτά θυμάται: κάθε φορά που παίρναμε μήνυμα ότι πήραμε και μια μάχη (Κορυτσά, Αργυρόκαστρο, Τεπελένι) τραγουδούσαμε τον εθνικό μας ύμνο.

Οι δυσκολίες του πολέμου όμως άρχισαν όταν ο καιρός χάλασε με την βροχή αφάνταστη και το χειμώνα με το δριμύτατο ψύχος. Δυσκόλεψαν αφάνταστα τη ζωή των στρατιωτών που αναγκάστηκαν να οχυρωθούν στις θέσεις που έχουν καταλάβει εντός των αλβανικών εδαφών. 

Το κρύο και οι ψείρες αποδείχτηκαν χειρότερος εχθρός από τους Ιταλούς όπως και η πείνα αλλά και η κακοκαιρία. Οι στρατιώτες μέρες ολόκληρες δεν μπορούσαν να βγουν από τις σκηνές τους και αρκετοί είχαν πάθει κρυοπαγήματα.

Ωστόσο στην Αθήνα είχε ξέφρενο πανηγύρι αφού τα θέατρα έπαιζαν επιθεωρήσεις, ενώ οι Ιταλοί έκαναν συλλήψεις. Εκείνη την περίοδο ακούγεται και η φωνή της Σοφίας Βέμπο. Με τα τραγούδια εμψύχωνε τους πολεμιστές καθώς η ηττημένη Ιταλία αποκτά σύμμαχο τη Γερμανία.

Ο θάνατος του Μεταξά τον Ιανουάριο προκάλεσε σύγχυση. Στη Μακεδονία η μάχη στο δεύτερο μέτωπο ήταν σκληρή, στο Ρούπελ οι Γερμανοί μετρούσαν μεν 1000 νεκρούς αλλά κατέλαβαν τα οχυρά. 

Γεγονός πως απέναντι σε δυο υπερδυνάμεις χωρίς μηχανοκίνητα όπλα, εξαντλημένοι από το αλβανικό έπος οι Έλληνες μάχονταν ενάντια στη λογική.

21 Απριλίου 1941 με επικεφαλή τον Στρατηγό Τσολάκογλου υπογράφτηκε η συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Πριν από αυτήν προηγήθηκαν οι μάχες στα βουνά της Μακεδονίας και στο Ρούπελ.

Στις 27 Απριλίου ημέρα Κυριακή οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Στην Ακρόπολη κυριάρχησε το σύμβολο του Ναζισμού και για τον ελληνικό λαό άρχισε περίοδος εξαθλίωσης αντιμετωπίζοντας το σκληρό πρόσωπο των δεύτερων κατακτητών.

 

Επάνω

Diese Website verwendet Cookies
Info Ok