Χαίρε Έλληνα - Εμείς και οι άλλοι

Χαίρε Έλληνα - Εμείς και οι άλλοι

Ο Έλληνας έχει προφανώς κατανόηση για τις αδυναμίες των άλλων, αλλά έχει τέλεια άγνοια για τις δικές του. Η αυτοπεποίθηση δηλαδή, η πίστη στον εαυτό του είναι αυτό που τον χαρακτηρίζει όπου και να βρεθεί. Στην πατρίδα του, στη ξενιτιά, στη θάλασσα, στη στεριά, παντού.

Γράφει ο ιατρός και συγγραφέας Νικόλαος Γραμμένος

Είναι να απορεί κανείς, πως η γνώμη που έχουν οι άλλοι γι’ αυτόν, σπάνια είναι τελείως εσφαλμένη. Η ελληνική ψυχή κατέχει, ζητώ συγγνώμη για τον τεχνικό όρο, ταχύτητες σε ότι αφορά την συναισθηματική της κίνηση. Από βαρύθυμα, νωθρά, οκνά και αργά, μέχρι ευδιάθετα, αεράτα, ευλύγιστα, φαιδρά και τάχιστα.

Αλλά έχει και πολλούς διαδρόμους, υπόγεια «κρυφά σχολειά», μπουντρούμια και υψηλούς πύργους. Σε ένα τέτοιο περίπλοκο κατασκεύασμα, έναν τέτοιο λαβύρινθο αισθημάτων, επικρατεί κάτι το απόκρυφο και μυστηριώδες. Σ’ αυτή τη χαώδη κατασκευή μόνο ο Έλληνας μπορεί να προσανατολισθεί.

Άλλος δεν βρίσκει εκεί άκρη. Χωρίς τη κλωστή της Αριάδνης είναι χαμένος. Συνηθισμένος στα παράδρομα μονοπάτια, τη στενότητα και το ημίφως, έχει υψηλούς οραματισμούς, ανοιχτούς ορίζοντες και άπειρες επιθυμίες. Αυτός ίσως είναι και ο λόγος, γιατί βλέπει πάρα πολλά μόνο επιφανειακά, πρόχειρα και μάλλον ερασιτεχνικά. Στην ερασιτεχνία είναι μαέστρος χωρίς να εμβαθύνει στο νόημα της ποιότητάς, της αξίας και το βάρος της υπευθυνότητας, της κατοχής.

Κάτι που δεν είναι, τον χαρακτηρίζει περισσότερο από αυτό που είναι.

Ο Έλληνας δεν προσαρμόζεται και δύσκολα, πάρα πολύ δύσκολα, ταιριάζει σε καλούπια. Αυτό που κατέχει μαστορικά είναι η αναγωγή ετερωνύμων σε ομώνυμα. Ναι μεν φιλότιμος, αλλά και μπαγαμπόντης, εξυπνάκιας λέει η λαϊκή γλώσσα. Παραξενεύεται κανείς όταν παρακολουθεί τους ψυχικούς ακροβατισμούς, το θάρρος και τη ριψοκινδυνότητά του, κάτι που το φοβήθηκαν και οι θεοί του ακόμα.

Ιδού ο μύθος του Προμηθέα και πολλών άλλων. Εάν προσπαθήσει κανείς να αισθητοποιήσει, δηλαδή να καταλάβει καλύτερα, να ψηλαφίσει ελληνική ψυχή, θα πρέπει να παρατηρήσει προσεκτικά τις προτιμήσεις της. Το γούστο του Έλληνα για τις καλές τέχνες, τη μουσική, την ποίηση, το χορό και βέβαια και για τα ήθη και έθιμα. Θα απορήσει ο παρατηρητής από το πλήθος, για να μην πω χάος, που επικρατεί στο ψυχονοικοκυριό του. Η ευθυμία και η χαρά της ελληνικής ψυχής εκδηλώνεται αυθόρμητα και εκρηκτικά.

Ο μερακλωμένος Έλληνας χορευτής λόγου χάριν, δεν υπολογίζει τίποτε. Ούτε λεφτά, ούτε περιβάλλον και πολύ λιγότερο πιθανούς κινδύνους. Σπάει πιάτα και ποτήρια και προκαλεί και ακόμα το θάνατο: "Να πεθάνει ο χάρος!" Συγκρινόμενος π.χ. με το Γερμανό διασκεδάζοντα απέχει ουρανούς. Στη γερμανική διασκέδαση επικρατεί ως επί το πλείστον πειθαρχία. Ξεφαντώνει ο Γερμανός μόνο στη μάζα και μόνο όταν μεθύσει.Ο Έλληνας διασκεδάζει πολύ πιο ευχάριστα σε μικρό, φιλικό ή συγγενικό περιβάλλον και όχι απαραίτητα και με την επίδραση της αλκοόλης. Ρεμπέτικα και με πάθος.

Η ευθυμία και το γέλιο είναι οι ωραιότερες τέχνες που μπορεί κανείς να κατέχει

«Όποιος ξέρει να τις διδάσκει είναι ο μεγαλύτερος ευεργέτης» λέει ένα γνωμικό του οποίου την προέλευση δεν θυμούμαι. Στο θέμα διασκέδασης, αναψυχής και πανηγυρισμού, ο Έλληνας είναι δίχως υπερβολή δάσκαλος. Δεν χρειάζεται πολλά για να στήσει τρικούβερτο γλέντι. Λίγες ελιές, λίγο τυρί, λίγο ψωμί, καμιά ντομάτα, πιπεριά γλυκιά ή καυτερή, (προτιμότερο ψητή με λαδάκι, ξυδάκι και σκόρδο), καμιά σαρδελίτσα παστή ή λίγο κολιό, τσιπουράκι, κρασάκι και ρετσινούλα, (το μπουκάλι της μπύρα χάλασε τα ήθη) και βέβαια και μουσική. Μουσική απλή, αγνή, αυθεντική, δίχως λάβ και λόβ.

Σε αντίθεση με τον Άγγλο ή Γερμανό για τον οποίο αναφέρθηκα ήδη, μερακλώνει και έρχεται στο κέφι και άμα σουρώσει, ξεφαντώνει και ξεθυμαίνει στο να σπάει ποτήρια και πιάτα... «εγώ στη σούρα μου κι αν σπάω όμως κανέναν δεν πειράζω».

Ο Γερμανός το λέει το τραγούδι του... «σήμερα σούρα και αύριο σούρα και άμα ξεμεθύσουμε θα ξαναμεθύσουμε. Μιλάει στον πληθυντικό το γερμανικό κείμενο δηλαδή στη μάζα. Ο Έλληνας μιλάει για τον εαυτό του... «σουρωμένος θα' ρθω πάλι στην παλιά μας γειτονιά» αυτός και το μεράκι του.

Σε ότι αφορά τα αγγλικά γλέντια είναι προτιμότερο να μην αναφερθώ. Το θέμα της ευθυμίας είναι αφενός ανθρώπινο ένστικτο, αφετέρου προϊόν πείρας ανάλογα με το περιβάλλον που έζησε και βέβαια και που ζει κανείς. Το ελληνικό περιβάλλον γνωρίζει από τη μακρά του ιστορία αλλά και πέρα από αυτήν, δηλαδή και από την μυθολογία του, πως η Ευθυμία λατρεύονταν σαν θεά.

Ο λυρικός αρχαίος ποιητής Πίνδαρος (522-446 π.χ.) αναφέρει, ότι η Ευθυμία ήταν θεά παρακαθήμενη στο Πάνθεο των Ολύμπιων Θεών, δίπλα από το Δία, πλαισιωμένη από τις Πιερίδες Μούσες, κόρες του Δία και της Μνημοσύνης. Προσωποποιούσε η Ευθυμία τα συμπόσια των Ολύμπιων Θεών, πράγμα που σήμαινε χαρούμενο περιβάλλον, τραγούδι, χορό, λυρική και επική ποίηση και μεράκι στα πλαίσια της Ουρανίας.

Ξέρουμε επ' αυτού ιστορικά πως στις Ερυθρές της Αττικής υπήρχε άγαλμα της θεάς, ενώ στην Πόντια Ηράκλεια του Εύξεινου Πόντου στο σημερινό Καραντενίζ Ερεγκλί (που σημαίνει Μαύρη Θάλασσα) και Ερεγκλί (του Ηρακλή) είχε στήσει ο τύραννος Διονύσιος (431-367 π.χ.) ιερό για τη θεά Ευθυμία.

Δεν μπορεί παρά να έχουν μείνει επιγεννητικά (κληρονομημένα) στα ελληνικά γονίδια τουλάχιστο κάποια υπολείμματα. Η μελωδία και ο ρυθμός είναι όπως φαίνεται τα πιο διεγερτικά (θερμόαιμα, αψίθυμα) φάρμακα για την ελληνική ψυχή. Δεν μπορεί και δεν θέλει να καταλάβει και πολύ ολιγότερο να συμπαθήσει ένα είδος μουσικής η οποία δεν χορεύεται...

«Ακόμα και τη μουσική πρέπει να την κάνουμε μεσογειακή», λέει ο Νίτσε.

Παρότι ο Έλληνας είναι θαυμαστής της καλής φωνής, εν τούτοις απεχθάνεται τα λαρυγγοτυλιρίσματα και τους ακροβατικούς λαρυγγισμούς μια Ντίβας. Μέσα του επαναστατεί η Τερψιχόρη η χορευταρού και η μερακλού Ερατώ ξυπνώντας πόθους και μεράκια. Πρέπει να σηκωθεί να φέρει μια γύρα...

Το ελληνικό αίσθημα συνδέει τη μουσική με τη κίνηση. Ο Έλληνας έχει κινήσεις, έχει ρυθμό και μουσική, έχει χορό στην ψυχή του. Του είναι αν όχι φύσει αδύνατο, τουλάχιστο ανιαρό και δυσκολοβάσταχτο να κάθεται ήρεμος και ακίνητος και να ακούει μουσική ώρες ολόκληρες, μόνο σαν ακροατής. Αυτός είναι και ο λόγος γιατί η λεγόμενη κλασική μουσική δεν είναι τόσο δημοφιλής και εξαπλωμένη στην Ελλάδα και γιαυτό και σπάνια.

Στη νοοτροπία του ο Έλληνας το έχει προγραμματισμένο πως ένα γλέντι είναι αιτία για ένα άλλο γλέντι. Χωρίς μεγάλους και μακροχρόνιους προγραμματισμούς, χωρίς ετικέτες, πρωτόκολλα και κανόνες εθιμοτυπικούς. Η εορτάσιμη, η πανηγυρική πολυτιμότητα μιας εορταστικής πρόσκλησης είναι για τον Έλληνα το γεγονός και μόνο και όχι η τυπικότητά της.

Στην περιγραφή ενός χαρακτήρα υπάρχει μια διαφορά κατά πόσο αυτός παρατηρείται φιλοσοφικά ή σατυρικά ή πάλι εάν η περιγραφή έχει σκοπό το μηδείαμα του αναγνώστη ή το σαρκαστικό γέλωτα, εφ' όσον η περιγραφή δεν θωπεύει άρα πληγώνει και κατά συνέπεια είναι ακατάλληλη για διδαχή.

Αυτά, σαν διακριτικά σημάδια της ράτσας μας και βέβαια και δικά μου, είναι μάλλον ένα μείγμα από σκοπιά φιλοσοφική με μια δόση αυτοειρωνείας. Εάν σε ορισμένα σημεία δημιουργείται η εντύπωση πως εξυμνούνται οι παλαιοί καιροί ενώ εμείς ζούμε σε νέους, αυτό μπορεί να είναι αδυναμία της περιγραφής μου και όχι σκοπιμότητα. Χωρίς να θέλω να εξαίρω τους παλαιούς καιρούς, πιστεύω πως η περίπλοκη ελληνική ψυχή είναι προϊόν της γλώσσας της και κατά συνέπεια και της προϊστορίας της.

Κατασκευασμένη και εξελιγμένη σε διαστήματα πολλών χιλιάδων χρόνων ήταν, και βέβαια είναι, ο μόνος φορέας, ο κώδικας επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και το εργαλείο ανταλλαγής ιδεών, σκέψεων και απόψεων. Χωρίς αυτήν σαν μέσο πληροφόρησης και κοινωνικοποίησης δεν μπορεί να υπάρξει πνευματική ανάπτυξη.

Η ρητορική τέχνη ήταν ένα από τα σπουδαιότερα μαθήματα στην παιδαγωγία. Οι Έλληνες μάθαιναν από το λόγο και ο λόγος ήταν ο ίδιος με το γραπτό. Δυνατός σε καθαρή προφορά και με ευφράδεια ώστε να τον ακούν όλοι. Όποιος διάβαζε "κρυφά" ήταν τρόπον τινά ύποπτος. Κατ’ αυτό τον τρόπο αναπτύχτηκε η ποιητική και ραψωδική απαγγελία, η μουσική εκτέλεση και γενικά η λογοτεχνική διάλεξη.

Σαν θεμελιώδες χαρακτηριστικό υπάρχει και σήμερα κάτι τέτοιο μέσα μας, αφού αγαπούμε την οχλαγωγία και την πάντα ανεβασμένη ένταση της φωνής και της μουσικής. Η ελληνική ψυχή έχει κινήσεις, έχει ρυθμό, έχει χορό και μουσική. Κρύβει μέσα της ένα σωρό αξιαγάπητες και ευχάριστες αδυναμίες, όπως την αυθόρμητη φιλόξενη απλότητα, την εκτεταμένη δεξιοτεχνία (απλής μεν αλλά εντυπωσιακής) αυτοπαρουσίασης, καθώς επίσης και πολλά μονοπάτια και προσβάσεις που οδηγούν, προκαλούν, επηρεάζουν ή αποπλανούν τη λογική. Εχθρικά προδιατεθειμένη σε κάθε ευθυγράμμιση δεν συμβιβάζεται εύκολα με το συγχρονισμό κάτι που την διατήρησε «Ελληνική» παρόλο αιώνων σκλαβιάς. Ποθεί από την ομηρική ακόμα εποχή, τα μακρινά, τα εξωτικά, τα θεόρατα και όχι σπάνια και τα ακατόρθωτα και απίθανα.

 Για το Εν Πλω icon750x750

Νικόλαος Γραμμένος

 

Επάνω

Diese Website verwendet Cookies
Info Ok