Χάρης Κατσιβαρδάς

Χάρης Κατσιβαρδάς

HKL

Ασκώ μαχόμενη δικηγορία, διατηρώντας αυτόνομα δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα,

με κυρίως επιστημονικό πεδίο:

Αστικό Δίκαιο (οικογενειακό, ενοχικό, κληρονομικό, εμπράγματο)

Ποινικό Δίκαιο (ενδοοικογενειακή βία, δίκαιο ανηλίκων, παιδική πορνογραφία μέσω διαδικτύου, οικονομικό έγκλημα)

Εμπορικό Δίκαιο (υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εταιρικό, αξιόγραφα)

Διοικητικό Δίκαιο (αιτήσεις ακυρώσεως, προσφυγές, αγωγές κατά του Δημοσίου, πειθαρχικό δίκαιο)

www.katsivardas-dimitriadou.gr

Οδός Πανεπιστημίου 59 και Εμμανουήλ Μπενάκη 5

+30 210 323491

Ο Νόμος περί Ρατσισμού, το σύγχρονο καθεστωτικό εργαλείο λογοκρισίας των πολιτών

1
0
0
s2smodern
ΜΟΙΡΑΣΕ ΤΟ...
powered by social2s

 

Είναι πρόδηλο ότι η θέσπιση του Νόμου περί Ρατσισμού, εξυπηρετεί συγκεκριμένες σκοπιμότητες καθότι αποτελεί ένα εργαλείο καθεστωτικής προπαγάνδας και δια της «βούλας» φαλκίδευσης ατομικών ελευθεριών, ήτοι συνιστά έναν οιονεί επίσημο τρόπο ηθικής εξοντώσεως, πολιτικής εξουδετερώσεως και εν γένει φιμώσεως της ελευθερίας δημόσιας εκφράσεως και συγχρόνως απρόσκοπτης εκδηλώσεως των προσωπικών απόψεων αλλά και ανεμπόδιστης διακίνησης των ιδεών του εκάστοτε πολίτη, ο οποίος τυγχάνει να διαφωνεί διαρρήδην και ευθέως με την καθεστωτική ιδεολογία η οποία επιβάλλεται δια των διατεταγμένων οργάνων, όπως είναι εν γένει τα Μ.Μ.Ε τα οποία δρούν μεροληπτικώς υπέρ της κρατούσας τάσεως.

Ο Νόμος περί Ρατσισμού, ήτοι ο Ν 927/1979, ο οποίος τροποποιήθηκε με τον Ν. 4285/2014 κατόπιν ενσωματώσεως εις την έννομη τάξη της Κοινοτικής Οδηγίας 2008/913/ΔΕΥ της Ε.Ε.

Σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 1 του Ν. 927/1979, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν. 4285/2014:

«Όποιος με πρόθεση, δημόσια, προφορικά, δια του Τύπου, μέσω του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο ή τρόπο, υποκινεί, προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις, μίσος ή βία κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων που προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική ή εθνοτική καταγωγή, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου, χαρακτηριστικά φύλου ή την αναπηρία, κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο την δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή την σωματική ακεραιότητα των ως άνω προσώπων, τιμωρείται με φυλάκιση τριών (3) μηνών έως τριών (3) ετών και με χρηματική ποινή πέντε έως είκοσι χιλιάδων ευρώ».

Το μείζον ερώτημα είναι ότι παλαιότερον ο ασαφής ως άνω Νόμος ετελούσε εν αχρησία, δεδομένου ότι ουδέποτε παρέστην ανάγκη να εφαρμοσθεί, την στιγμή την οποία υπάρχει ήδη ένα πλέγμα διατάξεων, απορρεόντων εκ των αντίστοιχων άρθρων του Συντάγματος, τα οποία προστατεύουν επαρκώς την προσωπικότητα των πολιτών, την τιμή, την υπόληψή τους και εν γένει την αδιάκριτη και ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους απολύτως ισότιμα ως πολίτες στην Ελλάδα και επάγομαι ακολούθως προς έτι περαιτέρω τεκμηρίωση.

Το Ελληνικό Σύνταγμα θεμελιώνει σε ένα πλέγμα διατάξεων τις περίπυστες αρχές προδήλως ασυμβίβαστες με την έννοια του ρατσισμού, οι οποίες διασφαλίζουν την ομαλή κοινωνική συμβίωση, αίροντας ρατσιστικές τυχόν εκδηλώσεις οι οποίες έπληττα όπως το άρθρο 2 παρ. 1 που κατοχυρώνει το σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου, ορίζοντας μάλιστα ότι αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας, ορίζοντας μάλιστα ότι αποτελούν πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας και άρα οφείλει όχι μόνον να την τηρεί η ίδια, αλλά και να λαμβάνει θετικά μέτρα υπέρ της διασφάλισής τους, το άρθρο 5 παρ. 1 που διασφαλίζει το δικαίωμα  ανάπτυξης της προσωπικότητας και συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα Χρηστά ήθη, ενώ η παρ. 2 εγγυάται στον καθένα, ο οποίος ευρίσκεται στην ελληνική επικράτεια απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας, χωρίς διακρίσεις.

Επίσης το άρθρο 4 του Συντάγματος στις παρ. 1 και 2 καθιερώνει την ισότητα του νόμου για τους Έλληνες πολίτες, ενώ με το άρθρο 13 προστατεύει την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, χωρίς να γίνεται κάποια διάκριση σε Έλληνες και αλλοδαπούς όσον αφορά τους φορείς του.

Εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες;

Ιδιαίτερα δε σημαντικό είναι το άρθρο 25 που ορίζει ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου... τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ απαγορεύεται η καταχρηστική άσκησή τους. Ωκ τούτου λοιπόν το καίριο ερώτημα το οποίο φύεται είναι αν ο Νόμος περί Ρατσισμού παρέλκει εις την ελληνική έννομη τάξη και καθίσταται ένα εκ του περισσού νομοθέτημα, ή προστίθεται κατά τον χρόνο που επιβλήθηκε, δια να εξυπηρετήσει ιδιοτελείς και συγκεκριμένης πολιτικής κατεύθυνσης σκοπιμότητες, εκ των οποίων ελαύνονται συγκεκριμένα διευθυντήρια.

Είναι λοιπόν πρόδηλο ότι ο εν λόγω Νόμος συνιστά ένα ιδιόρρυθμο «εγχειρίδιο» το οποίο καθίσταται εις τα χέρια της εξουσίας και αναλόγως με τον τρόπο επίκλησης και εφαρμογής, διανοίγεται η κερκόπορτα διολισθήσεως σε μία άνωθεν επιβεβλημένη ποινικοποίηση της δημόσιας έκφρασης της ελεύθερης απόψεως του πολίτη, η οποία τυγχάνει ανυπερθέτως να προσκρούει με την εκάστοτε κρατούσα γνώμη περί ενός οιουδήποτε ζητήματος.

Η Συνταγματική εκτροπή και η πραξικοπηματική λογική η οποία ενδεχομένως να καλλιεργηθεί στην περίπτωση αυτή, έγκειται εν προκειμένω στην εν καιρώ παγίωση δεδικασμένων, στην δημιουργία εξ αυτών των δικαστικών αποφάσεων «θεσφάτων» (δηλαδή απόλυτων επιβεβλημένων ιδεολογικών κατευθύνσεων τα οποία δεν επιδέχονται αμφισβητήσεως), τα οποία θα αποτελέσουν θρυαλλίδα αποκρυσταλλώσεως μία Νέας ιδεολογικής Τάξης πραγμάτων, η οποία εμμέσως, υπό την απειλή του ως άνω Νόμου, θα καταπνίγει εν τη γενέσει του οιαδήποτε μορφή αντίστασης προς το καθεστώς.

Λογοκρισία;

Η εγκαθίδρυση μίας σιδηράς λογοκρισίας, δια του νόμου αυτού είναι σαφής, διότι θα διώκεται ποινικά ο καθείς δια τις ιδέες τους, προσάπτοντας του το στίγμα του «φασίστα», του ρατσιστή, όλα αυτά ασφαλώς ιδωμένα όμως υπό ένα αμιγώς συγκεκριμένο και στενά δογματικά, κατά το δοκούν «πολιτικά χρωματισμένο»  πλαίσιο, της εκάστοτε άρχουσας τάξεως.

Φρονώ ότι συμπηγνύεται δια του Νόμου τούτου, ένα ρηξικέλευθο και καινοφανές «σιδηρούν παραπέτασμα» το οποίο εν ονόματι δήθεν προσχηματικά της κατάργησης των διακρίσεων, θα παγιώσει δικαστικά θέσφατα, προκειμένου να «φακελώνει» τους αντιφρονούντες προς το καθεστώς, προκειμένου να του ελέγχει και να τους εξουδετερώνει αμελλητί δια του νόμου αυτού, ούτως ώστε με την μομφή του «ρατσιστή» θα αποκλείεται από την κοινωνία με την κηλίδα του σεσημασμένου και του βεβαρημένου ποινικού μητρώου, ακριβώς ένεκεν της τυχόν καταδίκης δια παράβαση του επίμαχου Νόμου.

Ιδεολογική τρομοκρατία;

Η επιμελής και συντεταγμένη δηλαδή οργάνωση του Νόμου αυτή δια των Κρατικών θεσμών, συνιστά μία μορφή ιδεολογικής τρομοκρατίας και κατασυκοφάντησης της ελεύθερης άποψης καταργώντας τον πλουραλισμό και την πανσπερμία των απόψεων των πολιτών στους κόλπους μίας πραγματικά ελεύθερης και δημοκρατικής πολιτείας. Κατά συνέπεια λοιπόν,  ο Νόμος αυτός θα συνιστά ένα είδος «Πιστοποιητικού Φρονημάτων» σε οιονδήποτε δεν είναι φρόνιμος με το καθεστώς το οποίο θα δύναται να επιβάλλει ανέλεγκτα την ιδική του κρατούσα ιδεολογία και αν κάποιος αποτολμήσει να διατυπώσει μία εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη ή να ασκήσει δια επιχειρημάτων δριμεία κριτική για την στάση αυτή, αυθωρεί και παραχρήμα, δια της αυτεπάγγελτης εκκίνησης της ποινικής διαδικασίας δια του Νόμου αυτού, θα συλλαμβάνεται προσαγόμενος ενώπιον του Εισαγγελέως δια να δικαστεί και να λογοδοτήσει δια τα αυτονόητα.

Φρονώ ότι ο  Νόμος αυτός αντιβαίνει προδήλως στις αστικές δημοκρατίες και την ειλικρινή και αντικειμενική προάσπιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου, αξίες τις οποίες θα τεθούν στην κυριολεξία «στην κλίνη του προκρούστη» δια της μαζικής και άνευ φειδούς, καταχρηστική εφαρμογή του εν θέματι Νόμου.

Εξουδετέρωση πολιτικών αντιπάλων

Η καμουφλαρισμένη δικτατορία παρελαύνει εις την κοινωνία μας, υπό τον περίτεχνο μανδύα του εν λόγω Νόμου, ο οποίος παντελώς παραπειστικά διακηρύττει ότι δήθεν προστατεύει τα ανθρώπινα ατομικά δικαιώματα, καταπολεμώντας τις διακρίσεις καθώς και ενέργειες μισαλλοδοξίας κατά ομάδας ή προσώπων, στα πλαίσια μία δημοκρατικής κοινωνίας. Στην πράξη όμως, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, καθότι δια της χρήσεως του νόμου αυτού θα ασκηθούν εις το μέλλον, σωρεία ποινικών διώξεων, δια την πολιτική εξουδετέρωση των πολιτικών αντιπάλων του εκάστοτε καθεστώτος και συνακόλουθα δια γενικοπροληπτικούς λόγους χάριν παραδειγματισμού.

Ο Νόμος αυτός, όζει ολοκληρωτικών πρακτικών, διότι αστυνομεύει την ιδιωτική ζωή, νοθεύει της ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των πολιτών οι οποίοι, δια της καθημερινής όσμωσης με την κοινωνική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, αναπτύσσουν αντιστασιακό φρόνημα ή δυναμική αντίδρασης, τάσεις όμως οι οποίες πλέον ποινικοποιούνται άνευ ετέρου τινός και διώκονται απηνώς, όταν εκδηλωθούν συλλογικά και δημοσίως.

Ο αντίποδας πέραν της ελληνικής εννόμου τάξεως, του Συντάγματος αλλά και των Νόμων οι οποίοι συμφωνούν με αυτό, είναι και η Ε.Σ.Δ.Α η οποία ήδη έχει ρητώς κατοχυρώσει αφενός την ελευθερία εκφράσεως, εις το άρθρο 14 της Ε.Σ.Δ.Α το οποίο απαγορεύει γενικότερα τις διακρίσεις, σε συνδυασμό με το άρθρο 10 το οποίο κατοχυρώνει την ελευθερία έκφρασης σε συνδυασμό με το άρθρο 17 για την απαγόρευση κατάχρησης δικαιώματος.

Άρα λοιπόν, τόσο η ελληνική Συνταγματική έννομη τάξη όπως και η Ε.Σ.Δ.Α εις ένα ολοκληρωμένο πλέγμα νομικών διατάξεων, έχουν διασφαλίσει κατά την υποκειμενική μου γνώμη, ένα αρκούντος ικανοποιητικό προστατευτικό πεδίο δια, αφενός την ποινική δίωξη, οιουδήποτε στραφεί εκ δόλου, εναντίον προσώπου η ομάδας, αναπτύσσοντας ρητορική βίας, ή εκδηλώνοντας μίσος κατά αυτού, εξαιτίας και συνεπεία της διαφορετικότητας του εν γένει και αφετέρου έχει περιφρουρηθεί το εύθραυστο όριο της απρόσκοπτης και ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας του πολίτη ως προς την δημόσια εκδήλωση των απόψεών του, της διάδοσης των ιδεών του, δίχως περιορισμούς και λογοκρισίας πάντοτε όμως, υπό το πρίσμα της άτεγκτης και αδιάστικτης δημοκρατικής της αρχής της αναλογικότητας, η οποία εξ ορισμού ελέγχει την τυχόν εκτροπή προς την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων εις βάρος την κοινωνικής ειρήνης και ομαλότητας.

Υπονόμευση δημοκρατικού πολιτεύματος

Εν κατακλείδι λοιπόν, φρονώ ότι χάριν του ψευδεπίγραφου προοδευτισμού υποσκάπτεται εκ βάθρων το δημοκρατικό μας πολίτευμα, δια νόμου, υπό το πρόσχημα της δημοκρατίας, ακριβώς δια να ταπεινωθεί το φρόνημα του πολίτη και να καταστεί υπάκουος στις άνωθεν πάσης φύσεως επιταγές. Ο Έλληνας πρέπει να εξανδραποδιστεί πρωτίστως πνευματικά και ψυχικά όπως και συμβαίνει με την σκόπιμη καλλιέργεια δια της κρατικής προπαγάνδας υφιστάμενης σήμερα καταστάσεως όπου το περιθώριο έχει αναγορευθεί σε συλλογικό πρότυπο και κοινωνικό ιδεώδες, αλλά εις τον αντίποδα, η ανδρεία, η αριστεία, η θυσιαστική αυταπάρνηση, η ελευθερία κατασυκοφαντούνται και λοιδορούνται λυσσωδώς.

Η λύσις είναι αντίστασης, πνευματική εγρήγορση προκειμένου να παγιδευτούν οι ίδιοι στην ιδεολογική ενέδρα και στην ποινική καταστολή την οποία εφηύραν προκειμένου να υποτάξουν το αδούλωτο ελληνικό φρόνημα.

HKL

Ο Χάρης Κατσιβαρδάς ασκεί μαχόμενη δικηγορία, διατηρώντας αυτόνομα δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα,

με κυρίως επιστημονικό πεδίο:

  • Αστικό Δίκαιο (οικογενειακό, ενοχικό, κληρονομικό, εμπράγματο)
  • Ποινικό Δίκαιο (ενδοοικογενειακή βία, δίκαιο ανηλίκων, παιδική πορνογραφία μέσω διαδικτύου, οικονομικό έγκλημα)
  • Εμπορικό Δίκαιο (υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εταιρικό, αξιόγραφα)
  • Διοικητικό Δίκαιο (αιτήσεις ακυρώσεως, προσφυγές, αγωγές κατά του Δημοσίου, πειθαρχικό δίκαιο)
www.katsivardas-dimitriadou.gr

Οδός Πανεπιστημίου 59 και Εμμανουήλ Μπενάκη 5

+30 210 323491

 

Το ανήλικο τέκνο ως αυτοτελές υποκείμενο δικαίου

1
0
0
s2smodern

Η γνώμη του ανήλικου παιδιού, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον έχει οριστικά διασπαστεί η έγγαμη συμβίωση μεταξύ των δύο γονέων του και πλέον έχουν προσφύγει στην Δικαιοσύνη για την ρύθμιση της επιμέλειας, της επικοινωνίας και της διατροφής, αναλόγως την ωριμότητα του, υπό την έννοια ότι η διατύπωση της γνώμης του, είναι καθοριστική αρκεί να αποδεικνύεται εκ μέρους του δικαστή ότι είναι αβίαστη, ανεπηρέαστη και αυθόρμητη από τρίτους.

Ο ρόλος του ανήλικου παιδιού όταν οι γονείς χωρίζουν

Το ανήλικο τέκνο πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτόνομη προσωπικότητα και η γνώμη του να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη από το δικαστήριο, υπό τον όρο βεβαίως ότι συγκλίνει προς την εξυπηρέτηση του συμφέροντός του ως προσωπικότητα και τείνει προς την περαιτέρω πρόοδο και εξέλιξή του.

Η αυτόνομη εκδήλωση της βουλήσεώς του παιδιού ζητείται σε δύο κυρίως θεμελιώδεις περιστάσεις, αφενός στην περίπτωση διεκδίκησης της επιμέλειας μεταξύ των δύο γονέων, προς της έκδοσης της οριστικής αποφάσεως και αφετέρου όταν μολονότι έχει εκδοθεί απόφαση ρύθμισης του δικαιώματος της επικοινωνίας, αλλά ο ίδιος ο γονέας το ασκεί καταχρηστικά (νοείται το δικαίωμα επικοινωνίας), δηλαδή με τρόπο που προσβάλλει την προσωπικότητα του τέκνου και εν γένει βλάπτει καταφώρως το συμφέρον του (ηθικώς επίμεμπτο τρόπο, πρόκληση σωματικής βλάβης, λεκτική, ψυχική βία κ.α).

Το ακανθώδες λοιπόν σημείο είναι όπως προανέφερα, όταν το ίδιο το παιδί αρνείται να ακολουθήσει τον γονέα που ασκεί το δικαίωμα της επικοινωνίας συγκεκριμένες ώρες και ημέρες, όπως αυτές προκαθορίζονται στην εκάστοτε δικαστική απόφαση, δίχως η άρνηση αυτή του τέκνου να ανάγεται κατ’ ανάγκη, στην αιτιώδη επίδραση ή στην ηθική αυτουργία της μητέρας ως προς την παρεμπόδιση αυτής (της επικοινωνία ή της μη εν γένει ανοχής αυτής), προς τον άλλο γονέα.

Κατά κανόνα η ρητή και επισταμένη άρνηση του παιδιού συνιστά εκδήλωση δυσαρέσκειας λόγω καταχρηστικής συμπεριφοράς του έτερου γονέα, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από την εξέταση του παιδιού από ειδικό παιδοψυχίατρο δημοσίου Νοσοκομείου, δυνάμει Εισαγγελικής Παραγγελίας, αλλά και από τις επανειλημμένες και κατηγορηματικές αρνήσεις του παιδιού ενώπιον τρίτων μαρτύρων.

Η διαδικασία εξέτασης του παιδιού διασφαλίζει το βάσιμο και αληθές των λόγων άρνησης του, αν δηλαδή η άρνησή του οφείλεται πράγματι σε κακή, καταχρηστική, αντιπαιδαγωγική και ηθικώς αξιόμεμπτη και εν γένει ανοίκεια συμπεριφορά του γονέα προς το τέκνο, ή εξ αντιδιαστολής το ίδιο το παιδί φαντάζεται πράγματα ή εκδηλώνει τάσεις υποβολιμαίες από τον γονέα που ασκεί την επιμέλεια με σκοπό απλώς να αποξενώσει το τέκνο από τον έτερο γονέα.

Κατά συνέπεια λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις, όταν ο γονέας που ασκεί την επικοινωνία και το ίδιο το παιδί αρνείται να τον ακολουθήσει δια τους ως άνω λόγους υποβάλλει κατά κανόνα μήνυση προς τον γονέα που ασκεί την επιμέλεια, δια παράβαση του άρθρου 232Α του Ποινικού Κώδικα, η μήνυση όμως δεν πρόκειται να ευδοκιμήσει ενώπιον του Ποινικού ακροατηρίου, διότι εκ της επισκόπησης των γεγονότων εκ των οποίων το ανήλικο τέκνο αρνείται αποδεδειγμένα δεν θεμελιώνουν τον δόλο της μητρός να ματαιώσει, ή να παρεμποδίσει την επικοινωνία του τέκνου κατά παράβαση του άρθρου 1520 παράγραφος 2 του Α.Κ.

Σύμφωνα με το άρθρο 950 παρ 2 Κ.Πολ.Δ, αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία μπορεί να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή της το γεγονός ότι εκείνος που παρεμποδίζει το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο ενεργεί με πρόθεση ματαιώσεως και αποτροπής αυτής, πράγμα το οποίο επιτυγχάνεται και όταν ο υπόχρεος παροτρύνει ή εξωθεί το τέκνο να αποφύγει την επικοινωνία.

¨Όταν όμως η επικοινωνία ματαιώνεται λόγω αρνήσεως του τέκνου να επικοινωνήσει με το γονέα του, η ματαίωση αυτή δεν οφείλεται αναγκαστικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε επίδραση του γονέα, όπως και ανέφερα ανωτέρω, που έχει υποχρέωση από το ουσιαστικό δίκαιο (1520 Α.Κ) να ανεχθεί την επικοινωνία, εφαρμόζοντας την σχετική δικαστική απόφαση, ενώ εξάλλου δεν θεσπίζεται με οποιονδήποτε κανόνα υποχρέωση αυτού να κάμψει την ανωτέρω άρνηση του, πειθαναγκάζοντας το προς τον σκοπό αυτό το τέκνο του με κάθε μέσο. (ΑΠ 429/2002, ΑΠ 1465/ 1998, ΑΠ 422/ 1999)

Εν κατακλείδι λοιπόν, η γνώμη του τέκνου καθίσταται καταλυτική σε αμφότερες τις ως άνω φάσεις, αφενός στην διεκδίκηση της επιμέλειας καθώς και στην κατηγορηματική άρνηση του τέκνου να ακολουθήσει τον γονέα που ασκεί το δικαίωμα επικοινωνίας βάσει δικαστικής αποφάσεως.

Δικηγόρος Χαράλαμπος (Χάρης) Β. Κατσιβαρδάς

www.katsivardas-dimitriadou.gr

Ο Χαράλαμπος Κατσιβαρδάς ασκεί μαχόμενη δικηγορία, διατηρώντας αυτόνομα δικηγορικό γραφείο στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου 59 και Εμμανουήλ Μπενάκη 5, με κυρίως επιστημονικό πεδίο:

  • Αστικό Δίκαιο (οικογενειακό, ενοχικό, κληρονομικό, εμπράγματο)
  • Ποινικό Δίκαιο (ενδοοικογενειακή βία, δίκαιο ανηλίκων, παιδική πορνογραφία μέσω διαδικτύου, οικονομικό έγκλημα)
  • Εμπορικό Δίκαιο (υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εταιρικό, αξιόγραφα)
  • Διοικητικό Δίκαιο (αιτήσεις ακυρώσεως, προσφυγές, αγωγές κατά του Δημοσίου, πειθαρχικό δίκαιο)

 

Η «συνειδητή» ακύρωση του Εθνικού μας ύμνου στην Πράξη και η απαξία προς την Ελληνική σημαία

1
0
0
s2smodern

Η «συνειδητή» ακύρωση του Εθνικού μας ύμνου στην Πράξη και η απαξία προς την Ελληνική σημαία

instagramInstagram enplowebradio

youtubeYoutube enplowebradio  <--Εγγραφείτε στο κανάλι μας

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Η ηθική απαξία ως προς τον Εθνικό ύμνο της Πατρίδος μας, πράγματι αποτελεί την επίσημη στάση την Ελλαδικής συντεταγμένης Πολιτείας καθότι η δόλια διακοπή [1] ή ηχητική παρεμπόδιση δημόσιας ανακρούσεως του Εθνικού μας ύμνου, δεν συνιστά ποινικό αδίκημα.

Ι) Ο εθνικός μας ύμνος στο απόσπασμα

Εν ολίγοις το ίδιο το Ελληνικό Κράτος, έχει αφήσει αρρύθμιστη νομικά την περίπτωση, κατά την οποία ο εκάστοτε «επίδοξος» δράστης, διακόψει ή παρεμποδίσει ηχητικώς, δια παντός πρόσφορου μέσου, ήτοι δια φωνασκιών, παραγωγής εκκωφαντικών θορύβων, ή μουσικής, την δημόσια ανάκρουση του εθνικού ύμνου, στα πλαίσια οιασδήποτε επίσημης ή μη τελετής.

Όπερ και τούτο σημαίνει, επί τη πράξει, ότι ο ως άνω τυχόν δράστης πράττει εσκεμμένα την ως άνω πράξη, ως εκδήλωση μίσους και περιφρόνησης προς τον ιερό εθνικό μας ύμνο, ουδείς νομιμοποιείται να του κάνει απολύτως τίποτε, φεύγει και κινείται ανάμεσά μας ανενόχλητος, παρά το γεγονός ότι έχει διαπράξει την βδελυρή και ανόσια αυτή πράξη, η οποία εν τέλει είναι σαφώς ηθικά επιλήψιμη, όμως ποινικά δεν κολάζεται, διότι δεν έχει ρυθμιστεί από τον Νόμο.

Το αξιοπερίεργον όμως είναι ότι το θεμελιώδες και μείζονος σημασίας «κενό» ελλείψεως νομικής προστασίας του Ελληνικού εθνικού μας ύμνου από κακόβουλες προσβολές, υπάρχει αποκλειστικά για τον εθνικός μας ύμνο αυτόν καθ’ αυτόν,  διότι εις τον αντίποδα, υπάρχει ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 155 του Π.Κ, περί της προστασίας του Εθνικού ύμνου άλλων Εθνών Κρατών και επάγομαι ακολούθως ίνα  καταστήσω σαφή τα εξής :

H επίσημος Ελληνική σημαία, ως κορυφαίο σύμβολο της Εθνικής Κυριαρχίας και της εν γένει της Κρατικής εξουσίας , προστατεύεται  εκ του άρθρου 181 του Ποινικού Κώδικος, πλην όμως όλως παραδόξως τούτο δεν συμβαίνει δια τον Εθνικό μας ύμνο, όπως προαναφέραμε και παραθέτω την οικεία διάταξη του άρθρου 181 του Ποινικού Κώδικα :

«όποιος, για να εκδηλώσει μίσος, περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει, παραμορφώνει, ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία του Κράτους, ή έμβλημα της κυριαρχίας του τιμωρείται με φυλάκιση δύο (2) ετών»

Είναι λοιπόν πρόδηλο όπως προκύπτει εκ της ανωτέρω διάταξης δεν υφίσταται ρητή μνεία περί της προστασίας του εθνικού μας ύμνου, σε αντιδιαστολή, όπως ανέφερα διεξοδικώς ανωτέρω, με το αντίστοιχο άρθρο 155 του ΠΚ που άπτεται της προστασίας της προσβολής των συμβόλων ξένου κράτους το οποίο παραθέτω, αντιπαραβάλλοντάς το:

«Όποιος για να εκδηλώσει μίσος ή περιφρόνηση, αφαιρεί, καταστρέφει, παραμορφώνει ή ρυπαίνει την επίσημη σημαία, ή έμβλημα της κυριαρχίας ξένου κράτους που τελεί σε ειρήνη με την Ελλάδα και είναι αναγνωρισμένο από αυτήν ή διακόπτει ή ηχητικά παρεμποδίζει τη δημόσια ανάκρουση του εθνικού του ύμνου, τιμωρείται με φυλάκιση έξι μηνών ή με χρηματική ποινή, εφόσον η αμοιβαιότητα είναι εξασφαλισμένη τόσο κατά το χρόνο εκτέλεσης της πράξη, όσο και κατά το χρόνο εκδίκασής της. Η δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από αίτηση της ξένης κυβέρνησης.»

Η ως άνω παραδοξότητα και κραυγαλέα αντίφαση δια ένα τόσο καίριο ζήτημα, ουδέποτε έχει τεθεί και ουδέποτε έχει προφανώς απασχολήσει τα ελληνικά κοινοβουλευτικά κόμματα.

Το κορυφαίο όμως εξ όλων είναι ότι ο Ελληνικός Ποινικός Κώδικας προβλέπει, όπως και ανέλυσα παραπάνω, στο άρθρο 155 την προστασία του εθνικού ύμνου ξένων εθνών κρατών και αφήνει στο άρθρο 181, πλήρως αρρύθμιστο το ζέον τούτο ζήτημα για τον ελληνικό εθνικό μας ύμνο και εν γένει δια την προστασία της πολιτισμικής παράδοση και εθνική ταυτότητα.

 ΙΙ) Η ελληνική σημαία δέον όπως συνιστά αυταξία αυτή καθ’ αυτήν και ουχί  μόνον στα πλαίσια εκδήλωσης επίσημης Πολιτειακής εξουσίας δια το σύγχρονο Ελληνικό Κράτος.

Ωσαύτως άξιο μνείας είναι να γίνει μία μικρή αναφορά δια την προστασία της επισήμου ελληνικής σημαίας ως σύμβολο της ανεξαρτησίας του ελληνικού έθνους καθώς και του κύρους της πολιτειακής εξουσίας.

Είναι πρόδηλον ότι το άρθρο 181 Π.Κ, ναι μεν προστατεύει το κύρος της Ελληνικής σημαίας, πλην όμως η προστασία της Ελληνικής σημαίας εξαντλείται μόνον ως έκφανση της κρατικής εξουσίας και ουχί ως σύμβολο τoυ έθνους, το οποίο συμπυκνώνει την πεμπτουσία της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας και της πολιτισμικής μας ταυτότητας εις το διάβα των αιώνων.

Τούτο λοιπόν σημαίνει ότι υποστηρίζεται επισήμως νομολογιακώς η άποψη ότι αν κάποιος δράστης ρυπάνει ή κάψει μία επίσημη ελληνική σημαία, υπό την έννοια να φέρει το Σταυρό, να είναι υφασμάτινη κτλ, να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 33 της παρ. 6 του Ν. 2172/1993, ως εκδήλωση μίσους ή περιφρόνησης, πλην όμως η επίσημη αυτή σημαία, να μην επαίρεται σε ιστό δημοσίου φορέα ή να μην υπάρχει προηγούμενη δεσμευτική διάταξη νόμου, ή πολιτειακή απόφαση προς τούτου, δεν συνιστά ποινικό αδίκημα.

Δηλαδή αν κάποιος επίδοξος δράστης, αγοράσει μία ελληνική σημαία, επίσημων προδιαγραφών, κατά τα λοιπά, υφασμάτινη με Σταυρό, (όπως ορίζει το άρθρο 33 παρ. 6 Ν. 2172/1993 σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Ν.851/22-12-21978) και λόγω ότι δηλώνει αντι-εξουσιαστής ή μη Έλληνας προβεί στην ρύπανση, ή παραμόρφωσή της, δεν στοιχειοθετείται αδίκημα διότι η εν λόγω σημαία δεν ευρίσκεται υποχρεωτικώς δυνάμει Νόμου αναρτημένη σε δημόσιο φορέα ή δεν υπάρχει προηγούμενη απόφαση της Πολιτείας για σημαιοστολισμό, στα πλαίσια μίας εθνικής επετείου.

Εν ολίγοις προστατεύεται η Ελληνική σημαία μόνον ως «υλικό» σύμβολο επιβολής της Κρατικής εξουσίας και ουχί ως σύμβολο της εθνικής μας ταυτότητας, ως μία Ιδέα, ένα έμβλημα εθνικού αυτοπροσδιορισμού αυταποδείκτως δηλωτικού της διαχρονίας του Ελληνικού Πολιτισμού.

Ως εκ τούτου η Ελληνική Σημαία, δια τον Ελληνικό Κράτος και την έννομον Τάξιν δεν συνιστά παρά μόνον ένα σύμβολο, υποδεεστέρας σημασίας, οργανικώς συνδεδεμένο με την επιβολή της Κρατικής εξουσίας προς τους πολίτες.

Εν κατακλείδι αναφύονται καίρια ερωτήματα δια ποιόν λόγο συμβαίνει τούτο, διατί ημείς, ως Έλληνες απαξιώνουμε, τους θεσμικούς Πυλώνες της εθνικής μας συνειδήσεως. Τις πταίει; Υπάρχει προοπτική για ένα έθνος όταν το ίδιο απεμπολεί την πολιτισμική του ταυτότητα, τις Αρχές και τις Αξίες, οι οποίες αποτελούν το θεμέλιο ύπαρξής του και το εφαλτήριο προόδου του;

                                        Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς

                                                 Δικηγόρος Αθηνών

                                          210-3234919 και 6944-938836

                                      www.katsivardas-dimitriadou.gr

To παρόν άρθρο αναδημοσιεύεται από το Δίκτυο Ελλήνων Συντηρητικών.

 

[1] Δια φωνασκιών, παραγωγής θορύβων δια χειριζομένων μηχανημάτων αναπαραγωγής ήχου ή δια παρεμβολής έτερων ισχυρών θορύβων.

 

Νομική ενημέρωση με τον έγκριτο δικηγόρο Χάρη Κατσιβαρδά

1
0
0
s2smodern

Νομική ενημέρωση με τον έγκριτο δικηγόρο Χάρη Κατσιβαρδά

 

instagramInstagram enplowebradio

youtubeYoutube enplowebradio  <--Εγγραφείτε στο κανάλι μας

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Ο Χαράλαμπος (Χάρης) Κατσιβαρδάς γεννήθηκε στην Αθήνα στις 16-07-1981 (www.katsivardas-dimitriadou.gr)

·        Σπούδασε Νομικά στην Νομική Αθηνών και Δημοσιογραφία στο Εργαστήρι Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας και έκανε το πρώτο μεταπτυχιακό του, στην Πάντειο Σχολή στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα με τίτλο «Νομικός Πολιτισμός» (Αστικό, Διοικητικό, Ποινικό Δίκαιο, και η Ε.Σ.Δ.Α) και το δεύτερο μεταπτυχιακό του, στην Νομική Σχολή Αθηνών στο Δίκαιο της Πληροφορικής, Κοινωνιολογία του Δικαίου και Εκκλησιαστικό Δίκαιο.

·        Εκπαιδευθείς ως διαμεσολαβητής στην επίλυση ιδιωτικής φύσεως διαφορών, αστικού και εμπορικού δικαίου, κατά τον Ν3898/2010 κατ’ εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας 2008/52/ΕΚ, Διαπιστευμένος Διαμεσολαβητής στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σε εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 του Ν.3898/2010 (Α’211).   

·        Ξένες γλώσσες: Αγγλικά με πτυχίο από την Ελληνο-Αμερικανική Ένωση εξειδίκευσης στην Νομική Ορολογία

·        Διατέλεσε αιρετός διαμερισματικός Σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων (2006-2010).

·        Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο Πολεμικό Ναυτικό στον Δικαστικό Κλάδο.

·        Έχει συγγράψει και παρουσιάσει τέσσερα βιβλία πολιτικού δοκιμίου, εκδόσεις Πελασγός με τους εξής τίτλους:    

Εκτάκτως ειρημένα ή άλλως ωσεί παρών στα τεκταινόμενα

Μεθ’ εαυτόν κατ’ αντιμωλίαν

Η ειρκτή του ονείρου

Εύλαλη μαριονέτα

·        Συμμετέχει στην πολιτική ραδιοφωνική εκπομπή του Δημοσιογράφου Κώστα Ουίλς με τίτλο «Πού πήγανε τα λεφτά ;» στον ΑΡΤ FM 90,6. Κάθε Σάββατο και Κυριακή 11.00 με 13.00.

·        Αρθρογραφεί τακτικά στο περιοδικό Νέα Πολιτική, στο Δίκτυο Ελλήνων Συντηρητικών http://diesy.gr/author/katsivardas/, ανά δεκαπενθήμερο στην καθημερινή εφημερίδα «Δημοκρατία» και κατά καιρούς σε διάφορες άλλες Αθηναϊκές εφημερίδες.

·        Είναι μέλος της Ένωσης Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων και μέλος του Κέντρου Οικουμενικού Ελληνισμού.

·        Είναι τομεάρχης νομικών υποθέσεων του Ιδρύματος Ελληνισμού.

·        Ασκεί μαχόμενη δικηγορία, διατηρώντας αυτόνομα δικηγορικό γραφείο, στην Αθήνα, οδός Πανεπιστημίου αριθ. 59 και Εμμανουήλ Μπενάκη αριθ. 5, με κυρίως επιστημονικό πεδίο, Αστικό, (οικογενειακό, ενοχικό δίκαιο, κληρονομικό, εμπράγματο) Ποινικό Δίκαιο, (ενδοοικογενειακή βία, δίκαιο ανηλίκων, παιδική πορνογραφία μέσω διαδικτύου, οικονομικό έγκλημα),  Εμπορικό Δίκαιο (υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, εταιρικό, αξιόγραφα), Διοικητικό Δίκαιο (αιτήσεις ακυρώσεως, προσφυγές, αγωγές κατά του Δημοσίου, Πειθαρχικό δίκαιο).

·        Είναι υπό έκδοση το πέμπτο κατά σειρά βιβλίο του, με τίτλο : 

 «Η Πολιτική κυβίστηση της 5ης Φάλαγγας»

 

 

 

 

Diese Website verwendet Cookies
Info Ok